Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

LUCA BIANCHI: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



π. Luca Bianchi

Πρόεδρος του Φραγκισκανικού Ινστιτούτου Πνευματικότητας –(Antonianum, Roma)

Εισήγηση στην Ημερίδα

προς τιμήν του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας και Αποστολικού Βικάριου Θεσσαλονίκης

Ιωάννη Σπιτέρη



Αναζητώντας τις θεολογικές ρίζες της ενωμένης Εκκλησίας

Θεσσαλονίκη 15 Μαΐου 2018


 Μτφρ. Π. Αρ. Υφαντής


            Εισαγωγή

Για μένα είναι μεγάλη τιμή και πηγή χαράς να συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση. Και αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα γιατί βρίσκομαι ανάμεσα σε τόσους φίλους, καθηγητές και φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, με τους οποίους έχουμε μοιραστεί τόσες στιγμές θεολογικού διαλόγου και κυρίως πραγματικής κοινωνίας και χριστιανικής αδελφοσύνης. Μα κυρίως διότι μου δίνεται η ευκαιρία να εκφράσω τα βαθιά αισθήματα της ευγνωμοσύνης και της εκτίμησής μου απέναντι στον Σεβασμιώτατο Ιωάννη που τιμάται σήμερα με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 ετών από την εις πρεσβύτερον και 15 ετών από την εις επίσκοπον χειροτονία του, και ο οποίος υπήρξε και είναι ένας φωτισμένος και σοφός δάσκαλος και αγαπητός συνάδελφος.

            Η θεολογική έρευνα του Σεβασμιωτάτου

Ο άγιος Ιωάννης Παύλος ο Β΄ στην αποστολική του επιστολή Orientale lumen σημειώνει: «Επειδή πράγματι πιστεύουμε ότι η αξιοσέβαστη και αρχαία παράδοση των ανατολικών Εκκλησιών συνιστά οργανικό συστατικό της κληρονομιάς της Εκκλησίας του Χριστού, αποτελεί προτεραιότητα για τους καθολικούς να την γνωρίσουν προκειμένου να μπορέσουν να τραφούν από αυτήν και να συμβάλουν με τον τρόπο που μπορεί ο καθένας στην εξελικτική πορεία προς την ενότητα» (Giovanni Paolo II, Orientale lumen 1995, n. 1).

Νομίζω ότι αυτά τα λόγια του πολωνού πάπα περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τη θεολογική εργασία του σεβ. Ιωάννη. Πράγματι, ο σεβ. Ιωάννης προσανατόλισε το ερευνητικό του ενδιαφέρον στη θεολογική και πνευματική κληρονομιά των ανατολικών Εκκλησιών και ως καθηγητής αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στον στόχο να καταστήσει γνωστή και να αναδείξει την αξία αυτού του θησαυρού σε πολλές γενεές φοιτητών της καθολικής Εκκλησίας. Έτσι, έθεσε τις ερευνητικές δραστηριότητες και το διδασκαλικό του έργο στην υπηρεσία της πορείας προς την ενότητα των Εκκλησιών, ενός οράματος το οποίο απέκτησε δεσμευτικό χαρακτήρα στην καθολική Εκκλησία μετά από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού.

Εξάλλου, το ζήτημα της ενότητας των χριστιανών κατέχει κεντρική και δεσπόζουσα θέση στις επιστημονικές και ποιμαντικές προτεραιότητες του σεβασμιωτάτου Ιωάννη, όπως μαρτυρεί και η ευαγγελική φράση που επέλεξε ως μότο για το επισκοπικό του στέμμα:  «Ut unum sint». «Ίνα ώσιν έν» (Ιω 17, 22).

Αυτό το ζήτημα υπήρξε και το επίκεντρο της ερευνητικής του μέριμνας ήδη από την περίοδο των σπουδών και των πρώτων επιστημονικών του κατακτήσεων. Η πτυχιακή του εργασία στο Ποντιφικικό Πανεπιστήμιο του Λατερανού ήταν μια μελέτη γύρω από τη θεολογία της ενότητας της Εκκλησίας με βάση τη σκέψη του Βλαδιμήρου Σολοβιώφ (1853-1900).

Και η διδακτορική του διατριβή, που υποστήριξε στο Πανεπιστήμιου του Φράιμπουργκ της Ελβετίας αφορά τη σχέση μεταξύ των Εκκλησιών. Αυτή τη φορά, αντικείμενο της μελέτης του είναι η γέννηση και την ανάπτυξη της κριτικής των βυζαντινών λογίων και θεολόγων του 12ου αιώνα απέναντι στο παπικό πρωτείο. Μάλιστα, η εργασία αυτή δημοσιεύθηκε στη σειρά Orientalia Christiana Analecta του Ποντιφικικού Ινστιτούτου Orientale το 1979, έτος κατά το οποίο ξεκινούσε ο διμερής θεολογικός μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, η πιο πολύτιμη προσφορά του σεβασμιωτάτου στην υπόθεση της οικουμενικής πορείας προς την ενότητα θα πρέπει να εντοπιστεί στη δραστηριότητά του ως πανεπιστημιακού δασκάλου. Και αυτό διότι, μέσα από τα σαφή, τεκμηριωμένα και γεμάτα πάθος μαθήματά του κατόρθωσε να καταστήσει προσιτά σε πολλούς φοιτητές που προέρχονταν από πολλές χώρες του κόσμου και ήταν φορείς μιας δυτικής νοοτροπίας, τον πλούτο και το κάλλος της θεολογίας και της πνευματικότητας της χριστιανικής Ανατολής.

Εγώ ο ίδιος υπήρξα μάρτυρας της σημασίας του εκπαιδευτικού του έργου και θεωρώ πως ευεργετήθηκα από αυτό, αρχικά ως φοιτητής του πρώτου κύκλου της θεολογίας και ακόμη περισσότερο κατά τη συνέχιση των σπουδών μου στο Ποντιφικικό Ινστιτούτο Orientale, όπου δίδασκε. Και αν το πάθος μου για τη χριστιανική Ανατολή γεννήθηκε κατά τη συνάντησή μου με τον πρώτο μου δάσκαλο, το καθηγητή Cesare Alzati, τον οποίο πολλοί από σας γνωρίζετε και του οποίου τους εγκάρδιους φιλικούς και ευγνώμονες χαιρετισμούς σας μεταφέρω, στον σεβασμιώτατο Ιωάννη οφείλω τόσο την αγάπη μου προς την Ελλάδα, που θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου, όσο και τη δική μου πορεία στη θεολογική έρευνα και στην υπηρεσία της οικουμενικής ενότητας.

Ο σεβασμιώτατος Ιωάννης ξεκινά την πορεία του ως ακαδημαϊκός δάσκαλος το 1980 στο Φραγκισκανικό Ινστιτούτο Πνευματικότητας του τότε Ποντιφικικού Πανεπιστημίου Antonianum, παραδίδοντας μαθήματα ανατολικής πνευματικότητας. Με την πάροδο του χρόνου διευρύνονται βαθμιαία τόσο τα γνωστικά πεδία που αναλαμβάνει να διδάξει όσο και οι ακαδημαϊκοί χώροι που τον εντάσσουν στο εκπαιδευτικό τους δυναμικό. Διαδοχικά ή παράλληλα διδάσκει στο Ινστιτούτο Orientale, στο Πανεπιστήμιο του Λατερανού και στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης καθώς και στο Ινστιτούτο Οικουμενικών Σπουδών San Bernardino της Βενετίας.

Το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής του παραγωγής θα προκύψει από το περιεχόμενο των πανεπιστημιακών του παραδόσεων. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο πρόσφατα βιβλία του που δημοσιεύθηκε στα ιταλικά υπό τον τίτλο Uniti dal Credo, divisi dalla teologia δηλαδή Ενωμένοι από το Πιστεύω, χωρισμένοι από τη θεολογία. Η βυζαντινή «διαφορετικότητα» (EDB, Bologna 2016), είναι μια επεξεργασία των μαθημάτων που παρέδωσε για πολλά χρόνια σε διαφορετικά πανεπιστήμια με θέμα τη βυζαντινή θεολογία του 13ου και 14ου αιώνα. Στα μαθήματα αυτά εξοικείωνε τους φοιτητές με τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της θεολογικής περιόδου, τη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας, τις σχολές και τα θεολογικά περιβάλλοντα, διδάσκοντας τον βίο, τα έργα και τη σκέψη σημαντικών θεολόγων, όπως του Νικηφόρου Βλεμμύδη και του Γεωργίου Κύπρου, με φόντο τις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης, οι οποίες σφραγίστηκαν από εντάσεις και αντιπαλότητες και, δυστυχώς, από ατελέσφορες ενωτικές προσπάθειες.

Ανάμεσα στους συγγραφείς αυτής της περιόδου, ο Αρχιεπίσκοπος εντρύφησε ιδιαίτερα στους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους εκπροσώπους της βυζαντινής θεολογίας, δηλαδή τον Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Νικόλαο Καβάσιλα. Από τα μαθήματα που αφιέρωσε ο Σεβασμιώτατος στο πρόσωπο και το έργο αυτών των μεγάλων θεολόγων προέκυψαν δύο βιβλία, με τίτλο, Palamas: la grazia e lesperienza (Παλαμάς: η χάρη και η εμπειρία) και Cabasilas: teologo e mistico bizantino (Καβάσιλας: βυζαντινός θεολόγος και μυστικός). Τα βιβλία αυτά, που εκδόθηκαν αμφότερα το 1996 από τον εκδοτικό οίκο Lipa του κέντρο Aletti, συνέβαλαν δραστικά στην ανάδειξη των βυζαντινών συγγραφέων στο πανόραμα της δυτικής βιβλιογραφίας και μέχρι σήμερα αποτελούν  απαραίτητα σημεία αναφοράς για το ιταλικό αναγνωστικό κοινό. Εγώ ο ίδιος επέλεξα την παλαμική σκέψη ως αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής, με επιβλέποντα τον σεβασμιώτατο, εμπνευσμένος από μια σειρά σχετικών μαθημάτων του.

Πολύ σημαντικά υπήρξαν και τα μαθήματα που παρέδωσε για αρκετά χρόνια γύρω από τη νεοελληνική θεολογία. Εκδοτικός καρπός αυτών των μαθημάτων είναι ο πολυσέλιδος τόμος με τίτλο La teologia ortodossa neo-greca, (Η νεοελληνική ορθόδοξη θεολογία) που δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Dehoniane της Bologna το 1992. Η μεγάλη αξία αυτού του βιβλίου έγκειται κυρίως στην αναχαίτιση της ευρέως διαδεδομένης και στερεοτυπικής τάσης του δυτικού κόσμου να ταυτίζει την ορθόδοξη με τη ρωσική θεολογία. Παρουσιάζοντας με τρόπο εμβριθή και ξεκάθαρο τους συγγραφείς και τα θεολογικά ρεύματα του θεολογικού 19ου και 20ου αιώνα, ο Σεβασμιώτατος συμβάλλει στην σκιαγράφηση μιας ευρύτερης και πληρέστερης θεώρησης της ορθόδοξης θεολογίας στο σύνολό της.

Όμως η διδακτική δραστηριότητα του Σεβασμιωτάτου δεν περιορίστηκε στην ιστορία της θεολογίας· απλώθηκε και σε περιοχές πιο συστηματικές. Κατά κύριο λόγο, πραγματεύθηκε και πάλι ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία. Διέκρινε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, αντιπαραβάλλοντάς την με την καθολική διδασκαλία, ιδιαίτερα όσον αφορά τα κριτήρια της εκκλησιαστικότητας, και διερεύνησε το ζήτημα του παπικού πρωτείου παρουσιάζοντας κριτικά την ερμηνευτική σκοπιά της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης επί του θέματος. Το πιο σημαντικό έργο που προέκυψε από αυτά τα μαθήματα τιτλοφορείται Ecclesiologia ortodossa. Temi a confronto tra Oriente e Occidente (Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ζητήματα αντιπαραβολής μεταξύ Ανατολής και Δύσης) που εκδόθηκε στη Bologna το 2003.

Ο Σεβασμιώτατος αφιέρωσε επίσης πολλά μαθήματα και δημοσιεύσεις του σε θέματα ανθρωπολογίας. Ο πυρήνας και η στόχευση του σχετικού του ενδιαφέροντος έχουν σωτηριολογικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, επιδιώκει μια σύνοψη της ανατολικής θεολογίας με αφετηρία και γνώμονα την θεμελιακή πραγματικότητα της αποκάλυψης, που είναι η σωτηρία. Πιο συγκεκριμένα, ο Σεβασμιώτατος προσεγγίζει ερμηνευτικά το σχέδιο της θείας οικονομίας που έχει ως στόχο τη θέωση του ανθρώπου. Στη συνέχεια εξηγεί τη χριστολογική δομή της σωτηρίας, την πνευματολογική της διάσταση, την πτώση ως άρνηση της κοινωνίας με τον Θεό, την οικείωση της σωτηρίας μέσω των μυστηρίων και την ανθρώπινη συμμετοχή στο σχέδιο της σωτηρίας.  Μια σύνοψη των μαθημάτων του που κινούνται σε αυτό το ανθρωπολογικό και σωτηριολογικό πεδίο, ο Σεβασμιώτατος προσέφερε στο βιβλίο του Salvezza e peccato nella tradizione orientale, (Σωτηρία και αμαρτία στην ανατολική παράδοση) που δημοσιεύθηκε στην Bologna το 2000.

Παρόλα αυτά, πιθανόν η πιο πρωτότυπη πτυχή της εκπαιδευτικής παρουσίας του Σεβασμιωτάτου εντοπίζεται στα μαθήματά του για την πνευματική θεολογία. Σε αυτά μελετά συγκριτικά την εμπειρία του Θεού στην ορθόδοξη παράδοση και σε αυτή που βίωσε ο άγιος Φραγκίσκος καθώς και άλλοι μυστικοί της Δύσης, αναδεικνύοντας τη συγγένεια ανάμεσα στην φραγκισκανική ευαισθησία και την ανατολική πνευματικότητα. Από τα μαθήματα αυτής της «συγκριτικής» πνευματικότητας γεννήθηκε το βιβλίο Francesco e lOriente cristiano. Un confronto, που δημοσιεύθηκε το 1999 και μετά από δέκα χρόνια μεταφρασμένο και στα ελληνικά με τίτλο Ο Φραγκίσκος και η χριστιανική Ανατολή. Μια σύγκριση, στη σειρά Analecta Theologica του Αποστολικού Βικαριάτου Θεσσαλονίκης. Σε αυτό παρουσιάζεται η «ανατολική» ψυχή του αγίου της Ασίζης, και εντοπίζονται τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στην πνευματική εμπειρία του Φραγκίσκου και σε εκείνες πολλών αγίων πατέρων της ανατολικής παράδοσης, πράγμα που εξηγεί γιατί ο «φτωχούλης του Θεού» είναι ο πιο γνωστός και αγαπητός δυτικός άγιος στον ορθόδοξο χώρο.

Γράφει ο Σπιτέρης: «Ο Φραγκίσκος ήταν ικανός να διαισθανθεί εκείνα τα σημεία που ένωναν και ενώνουν μέχρι τώρα τις δύο παραδόσεις και, χωρίς να παύσει να είναι άνθρωπος της εποχής του, μπορούσε να βυθίζεται στις πηγές και να αποτελεί μια έκφανση της αιώνιας ψυχής του χριστιανισμού. Εξάλλου, οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι αναγνώρισαν στο πρόσωπό του έναν μοναδικό προφήτη που μαρτυρεί την αδιαίρετη ψυχή όλης της χριστιανοσύνης. Γι’ αυτό και ο ίδιος αποτελεί το σημείο όπου συναντώνται οι δυο χριστιανικές πνευματικότητες».



            Συμπέρασμα

Βασισμένες σε αυτές τις τελευταίες φράσεις, είναι και οι συμπερασματικές μου παρατηρήσεις. Σε μια συνέντευξη που ο σεβασμιώτατος παραθέτει στο βιβλίο του για τον Φραγκίσκο και τη χριστιανική Ανατολή, ο ορθόδοξος γάλλος θεολόγος  Olivier Clement δηλώνει: «η αναγέννηση του χριστιανισμού στη πρωταρχική δροσιά και ομορφιά του και η ενότητα των δύο Εκκλησιών θα γίνει πιο εύκολα, όταν θα “γίνει η συνάντηση του φραγκισκανικού πνεύματος με το πνεύμα της ορθοδοξίας[1].

Και εμείς μπορούμε να πούμε ότι το θεολογικό έργο του Σεβασμιωτάτου Ιωάννη, που αναζητά τις θεολογικές ρίζες της ενωμένης Εκκλησίας, όπως δηλώνει ο τίτλος της εισήγησης που μου ανατέθηκε να αναπτύξω σε αυτή την ημερίδα, αυτό το θεολογικό έργο λοιπόν ευνοήθηκε από τις δύο θεμελιώδεις ιδιότητες που συνδυάζονται στο πρόσωπό του. Πρώτον, την ελληνική του ταυτότητα, που τον καθιστά κληρονόμο της μεγάλης ανατολικής πατερικής παράδοσης και, δεύτερον, το φραγκισκανικό του πνεύμα. Σε αυτόν συνεπώς συνδυάζονται κατά κάποιον τρόπο το πνεύμα της ορθοδοξίας και το φραγκισκανικό πνεύμα, παράγοντας ένα ευώδες μίγμα που τόσο ωφέλησε και συνεχίζει να ωφελεί τη θεολογική αναζήτηση της καθολικής μας Εκκλησίας και την οικουμενική συνάντηση μεταξύ καθολικισμού και ορθοδοξίας. Γι’ αυτό και ευχαριστούμε σήμερα τον Θεό και τον σεβασμιώτατο Ιωάννη Σπιτέρη.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!












[1] O. Clement, Dalle altre sponde: gli Ortodossi. Intervista concessa a Nazareno Fabbretti, in Francesco. Otto secoli di una grande avventura cristiana, a cura di L. Santucci, Milano 1981, p. 101.